Πριν 1 μήνα, είχα κάνει μία ανάρτηση βασισμένη σε ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι, το "Αθήνα μου", του Κωνσταντίνου Αργυρού, με αφορμή την επάνοδό μου στην Αθήνα, έπειτα από περίπου 1 χρόνο. Σήμερα, θέλω να μιλήσω για ένα άλλο τραγούδι, συναφές κατ' εμέ, το "Σ'Αναζητώ στη Σαλονίκη", του Δημήτρη Μητροπάνου.
Ένας προφανής και επιφανειακός λόγος για τη συγκεκριμένη μου επιλογή, είναι σίγουρα η επίσκεψή μου στη Θεσσαλονίκη, τριάμιση χρόνια μετά την πρώτη φορά. Κάτι που ήθελα πολύ να κάνω, εδώ κι ενάμιση χρόνο, αλλά δεν το επέτρεψαν οι συνθήκες που ζήσαμε. Σίγουρα η αφορμή της επιλογής μου είναι αυτή, όμως λόγοι υπάρχουν κι άλλοι. Θα ήθελα να αντιπαραβάλω αυτό το τραγούδι με το, αγαπημένο μου, "Αθήνα μου". Όπως είπα, τα θεωρώ συναφή. Μιλάνε για δύο ελληνικές πόλεις, τις δύο μεγαλύτερες και, μάλλον, πιο ξακουστές, κι είναι και τα δύο λαϊκά τραγούδια τα οποία εκφράζουν το έντονο συναίσθημα, που συνεπάγεται γενικά το συγκεκριμένο είδος, με θαυμαστή, όσο και σπάνια, αξιοπρέπεια και ποιότητα. Ένα πολύ σπουδαίο κοινό, το οποίο τα φέρνει πολύ κοντά στο μυαλό μου, παρότι τραγούδια δύο διαφορετικών εποχών, δύο επίσης αρκετά διαφορετικών ερμηνευτών, το ένα από τον "βαρύ" και δωρικό Μητροπάνο και το άλλο από τον πιο "ελαφρύ" και πιο ποπ Αργυρό.
Μα πάνω από όλα, ένα άλλο είναι το κοινό τους, που με κάνει να τα συσχετίζω μεταξύ τους και να ταυτίζομαι κι εγώ με αυτά. Αυτό το κοινό, αφορά φυσικά το νόημα, το θεματικό τους κέντρο. Αναφέρονται και τα δύο στην (ερωτική) απώλεια, την οποία περιγράφουν, πώς τη βιώνουν, τι σκέφτονται, τι κάνουν τις στιγμές που τη νιώθουν. Και οι δύο τραγουδιστές, την εξωτερικεύουν μέσω της περιπλάνησής τους σε μία μεγάλη πόλη, μες τη νύχτα-εκείνη τη χρονική περίοδο που έχεις μοναξιά κι ησυχία, χωρίς αντιπερισπασμούς, και το μυαλό σου πλέον μπορεί να εστιάσει και να σκεφτεί αυτά που πραγματικά το απασχολούν. Μία νυχτερινή περιπλάνηση φαινομενικά άγονη, αφού δεν καταφέρνουν να βρουν το πρόσωπο που τόσο τους λείπει και με τόση λαχτάρα αναζητούν. Στα πλαίσια αυτής της εμπειρίας, κάνουν κάποιες μάλλον περίεργες, άνευ ξεκάθαρου νοήματος, σκέψεις (πχ "με έσπειρε μια μοίρα αυτοκρατόρισσα") και σπουδαιολογούν ακόμα και κάποια πράγματα φαινομενικά ασήμαντα (πχ "χτυπάει η καμπάνα πένθιμα του Λουμπαδιάρη") που παρατηρούν κατά την περιπλάνησή τους. Σαν να προσπαθούν να αποσπάσουν τη σκέψη τους από αυτό που τους πονάει, ή σαν στα πλαίσια μίας συνηθισμένης τάσης πολλών ανθρώπων όταν πονάμε, να το ρίχνουμε στη φιλοσοφία (ή τη "φιλοσοφία"!). Κι εκδηλώνοντας παράλληλα και μία άλλη συνηθισμένη τάση, εκείνη της αυτοτιμωρίας (πχ τη μέθη που αναφέρει ο Μητροπάνος ή το ξημέρωμα σε ένα παγκάκι που λέει ο Αργυρός), όταν πονάμε συναισθηματικά. Νομίζω ότι όλη αυτή η, εσωτερική και εξωτερική, εκδήλωση της θλίψης είναι κάτι που, λίγο-πολύ, οι περισσότεροι έχουμε βιώσει. Και σίγουρα είναι κάτι με το οποίο μπορώ προσωπικά να ταυτιστώ, δεδομένου ότι, σε γενικές γραμμές, έτσι συνηθίζω να ξεσπάω σε τέτοιες περιπτώσεις. Περπατώντας τη νύχτα, μόνος μου, χαμένος στις ατελείωτες σκέψεις μου, ψάχνοντας κάτι που ξέρω ότι δεν θα βρω, όσες ώρες κι αν το κάνω. Αλλά η αλήθεια είναι ότι, από τη στιγμή που το κατάλαβα αυτό, δεν ήταν έκτοτε ποτέ πια ο στόχος μου να βρω αυτό το κάτι. Εκείνες τις ώρες, θεωρώ ότι αναμετριέσαι με τον εαυτό σου, ο οποίος σου ζητάει κάτι που δεν μπορείς να του δώσεις και συ πρέπει αφενός να τον συμβιβάσεις με αυτό κι αφετέρου να τον "πείσεις" να μη σε υποβαθμίσει, ως και μισήσει για τη συγκεκριμένη σου αδυναμία-να καταφέρεις δηλαδή να διασώσεις την αυτοεκτίμηση σου. Είναι και μία αόρατη εσωτερική (έντονη) δραστηριότητα, πέραν της εμφανούς εξωτερικής. Μία επιπλέον μάχη, που, αν καταφέρεις να κερδίσεις, τότε μάλλον κάτι, κάτι διόλου ασήμαντο, έχεις βρει τελικά, όσο κι αν εκείνη τη στιγμή πιθανότατα δεν το καταλαβαίνεις.
Comments
Post a Comment