Η σημερινή μου ανάρτηση θα έχει μία μικρή ιδιαιτερότητα, ότι θα είναι αφιερωμένη σε ένα τραγούδι, το οποίο ναι μεν μου αρέσει, αλλά όχι τόσο ώστε να το ακούω τακτικά, το «Ροζ», των Μηλιώκα-Μάνου. Ένα τραγούδι, που ήταν μάλλον «γραφτό» να ασχοληθώ μαζί του, αν λάβω υπόψιν μία σειρά από συμπτώσεις-ότι μου ήρθε τυχαία προχθές στο μυαλό το ρεφρέν του, ότι σήμερα το άκουσα στο ραδιόφωνο, ακόμα κι ότι η προηγούμενή μου ανάρτηση βασιζόταν σε ένα τραγούδι της Pink (μία ακόμη ενδιαφέρουσα σύμπτωση, νομίζω).
Τίτλος τραγουδιού : Ροζ
Τραγουδιστές : Γιάννης Μηλιώκας, Αφροδίτη Μάνου
Στιγουργοί : Γιάννης Μηλιώκας
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 1988
Είδος : Έντεχνο
Ένα ωραίο στοιχείο αυτού του τραγουδιού, είναι ότι έχει πολλές διαστάσεις (εγείροντας έτσι και τα ανάλογα συναισθήματα). Η πρώτη διάσταση στην οποία θα ήθελα να αναφερθώ, είναι και η πιο «λάιτ». Η αστεία του διάσταση. Οι δύο καλλιτέχνες δίνουν την εντύπωση ενός ζευγαριού που τσακώνεται με έναν αρκετά χαριτωμένο τρόπο (εξ’ ου και το αστείο). Ο καθένας γκρινιάζει-κάνει τα παράπονά του και κάνουν τον εξωτερικό παρατηρητή να αναρωτιέται πώς καταφέρνουν τελικά να συνυπάρξουν δύο άτομα με τόσα παράπονα ο ένας από τον άλλο (τυχαίο;-δεν νομίζω). Κάτι άλλο που βρήκα προσωπικά αστείο είναι ότι κάποια παράπονα πάνε κόντρα στα στερεότυπα των φύλων (πχ ο άντρας λέει ότι θέλει μία τάξη στη ντουλάπα του κι η γυναίκα ότι θέλει να γίνεται χαμός, ο άντρας ότι δεν θέλει να υπάρχουν παλιές φωτογραφίες του).
Μία δεύτερη διάσταση του τραγουδιού είναι σίγουρα αυτή του προβληματισμού. Πόσο δύσκολο είναι να συνυπάρξεις με κάποιον, πόση υπομονή και πόσες θυσίες προκαλεί, πόσο μπορεί μια συμβίωση-ένας γάμος να σε κάνει να απομυθοποιήσεις τελικά το σύντροφό σου και να σκοτώσει τον έρωτα. Πόση ωριμότητα απαιτεί όλο αυτό τελικά. Για να συνεχίσεις να βλέπεις τα θετικά του άλλου, που σε έκαναν να τον/την ερωτευτείς, παρότι σου δίνει ένα τόνο μικροαφορμές, σαν να το κάνει επίτηδες, για να στρέψεις την προσοχή σου στα αρνητικά του. Γενικά, για να μιλήσω και γω λίγο «χρωματιστά», όπως το τραγούδι, εμείς οι άνθρωποι έχουμε την τάση να τα βλέπουμε όλα άσπρα ή μαύρα (στην ψυχολογία αυτό λέγεται διχοτόμηση), ξεχνώντας ότι τελικά τα πάντα σε αυτή τη ζωή είναι γκρι και το μόνο που διαφέρει είναι η απόχρωση.
Τέλος, η τρίτη διάσταση
του τραγουδιού είναι, πιστεύω, η νοσταλγία. Η οποία επέρχεται προς το τέλος, με
τους δύο τελευταίους στίχους του κουπλέ «Βρε, αν δε σ’ ερωτευόμουνα, θα ’κανα το δικό μου &
Εγώ να δεις τι θα ’κανα, μα έλα που σ’ αγαπώ». Σίγουρα το να βρεις κάποιον να
μπορείς να μοιραστείς το χώρο σου, μα κυρίως, την καθημερινότητά σου, είναι
πολύ δύσκολο. Πόσο όμορφο είναι, επίσης, όμως, ε; Να βρεις ένα άτομο για το
οποίο μπορείς να ανεχτείς ακόμα κι αυτά τα ασήμαντα (γιατί αν μιλάμε για
κάτι πραγματικά σοβαρό αλλάζει το πράγμα, σίγουρα) που σε ενοχλούν, γιατί,
ακόμα και παρόλ’ αυτά η ζωή σου μαζί του είναι πολύ ωραιότερη και καλύτερη. Που
θα αναμειχθείτε, κόκκινος/η και άσπρος/η και θα καταλήξετε τελικά μαζί ροζ. Και
δεν θα είναι ένα λάθος, μια ανωμαλία, όπως συμβαίνει όταν μιλάμε κυριολεκτικά
για ρούχα, αλλά ένα από τα ομορφότερα πράγματα που μπορούν να σας συμβούν στη
ζωή.
Comments
Post a Comment